Αποφαση 2460/2018 του Συμβουλίου Της Επικρατείας Τμήμα Β΄(αναφορικά με pos)

 Αριθμός 2460/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Μ. Πικραμένος, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

 

Για να δικάσει την από 12 Ιουνίου 2017 αίτηση:

 

των: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΕΡΡΩΝ", που εδρεύει στις Σέρρες (οδός Κ. Καραμανλή αρ. 53), 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΡΑΜΑΣ", που εδρεύει στη Δράμα (Πλατεία Δικαστηρίων, Δικαστικό Μέγαρο), 3) Παναγιώτη Γεωργίου Καρίπογλου, κατοίκου Σερρών (οδός Μεραρχίας αρ. 42), 4) Αναστασίου Μιχαήλ Πούλιου, κατοίκου Δράμας (οδός Βαρδουσίων αρ. 18), 5) Κωνσταντίνου Θεοδώρου Κεσσόπουλου, κατοίκου Σερρών (οδός Τσαλοπούλου αρ. 11), 6) Αλεξάνδρου Κωνσταντίνου Παρασκευϊώτη, κατοίκου Σερρών (οδός Τσαλοπούλου αρ. 14), 7) Γεωργίου Κωνσταντίνου Δέσπου, κατοίκου Σερρών (οδός Κ. Καραμανλή αρ. 25), 8) Σταύρου Μιχαήλ Αγγελάκη, κατοίκου Σερρών (οδός Μεραρχίας αρ. 41), 9) Κωνσταντίνου Γεωργίου Δάγκου, κατοίκου Σερρών (οδός Ιουστινιανού αρ. 5), 10) Κωνσταντίνου Νικολάου Μπαλάνου, κατοίκου Σερρών (οδός Μεραρχίας αρ. 41), 11) Μαρίας Δημητρίου Μπίρτζου, κατοίκου Σερρών (οδός Υψηλάντου αρ. 1), 12) Παναγιώτη Θεοδώρου Σπυρόπουλου, κατοίκου Σερρών (οδός 29ης Ιουνίου αρ. 4), 13) Πασχάλη-Κώστα Ευθυμίου Τρέντσιου, κατοίκου Σερρών (οδός Μεραρχίας αρ. 30), 14) Ζαφείρας Αλεξάνδρου Τσοχαΐδου, κατοίκου Σερρών (οδός Τσαλοπούλου αρ. 8), οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Νικόλαο Μανώλογλου (Α.Μ. 516 Δ.Σ. Σερρών), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο και β) Κωνσταντίνο Παρίσση (Α.Μ. 447 Δ.Σ. Σερρών), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του, 15) Νικολάου Αθανασίου Μανώλογλου, δικηγόρου, κατοίκου Σερρών (οδός 29ης Ιουνίου αρ. 4), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 516 Δ.Σ. Σερρών), 16) Αμαλίας Αρχιμήδη Σαλωνίδου, κατοίκου Δράμας (οδός Θέμιδος αρ. 8), 17) Χρήστου Θεοδώρου Παπαθεοδώρου, κατοίκου Δράμας (οδός Άρμεν αρ. 18), 18) Αικατερίνης Γεωργίου Τσακιρίδου, κατοίκου Δράμας (οδός Μεγ. Αλεξάνδρου αρ. 115), οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Νικόλαο Μανώλογλου (Α.Μ. 516 Δ.Σ. Σερρών), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο και β) Κωνσταντίνο Παρίσση (Α.Μ. 447 Δ.Σ. Σερρών), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του, 19) Βαρβάρας Αχιλλέα Μαββίδου, δικηγόρου, κατοίκου Δράμας (οδός Θέμιδος αρ. 4), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Μανώλογλου (Α.Μ. 516 Δ.Σ. Σερρών), στον οποίο δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 16 Μαρτίου 2018 για τη νομιμοποίησή του και 20) Γεωργίου Σάββα Διβανίδη, κατοίκου Δράμας (οδός Δημ. Βάντση αρ. 5), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Νικόλαο Μανώλογλου (Α.Μ. 516 Δ.Σ. Σερρών), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και β) Κωνσταντίνο Παρίσση (Α.Μ. 447 Δ.Σ. Σερρών), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του,

 

κατά των : 1) Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και 2) Υπουργού Οικονομικών, οι οποίοι παρέστησαν με τους: α) Νικόλαο Αμιραλή και β) Νικόλαο Πατηνιώτη, Παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

 

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 45231/20.4.2017 (ΦΕΚ Β΄ 1445/27.4.2017) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών.

 

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Μ. Πικραμένου.

 

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους των αιτούντων που παρέστησαν, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τους εκπροσώπους των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

 

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

 

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

 

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το κατά νόμο παράβολο (739241, 5079887, 2999338, 5079890, 5079891/2017 ειδικά έντυπα παραβόλου).

 

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, όπως έχει συμπληρωθεί με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της 45231/20.4.2017 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Οικονομικών «Ρύθμιση υποχρέωσης αποδοχής πληρωμών με κάρτα, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240)» (ΕτΚ Β΄, φ. 1445/27.4.2017), όπως τροποποιήθηκε με την 86437-03/08/2017 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΕτΚ Β΄, φ. 2881/21.8.2017), κατά το μέρος που θεσπίζεται υποχρέωση των ασκούντων νομικές δραστηριότητες, ως δικαιούχων πληρωμής της περ. γ΄ του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα, κατά την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής που πραγματοποιούν καταναλωτές της περ. α΄ του άρθρου 62 του ν. 4446/2016 και ήδη, μετά τη δημοσίευση της ως άνω τροποποιητικής κοινής υπουργικής απόφασης, πληρωτές της περ. β' του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, οι οποίοι ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα.

 

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισήχθη, με την από 4.7.2017 πράξη της Προέδρου του Β΄ Τμήματος, στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας (άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, ΕτΚ Α΄, φ. 8).

 

4. Επειδή, το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των αιτούντων. Κατά τη συζήτηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο η αιτούσα Βαρβάρα Μαββίδου (υπ' αριθμ. 19 στο δικόγραφο) δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως για να δηλώσει ότι εγκρίνει την άσκηση της αιτήσεως, ούτε προσκομίσθηκε συμβολαιογραφική πράξη για την παροχή πληρεξουσιότητας στον υπογράφοντα την αίτηση και εμφανισθέντα στο ακροατήριο δικηγόρο εντός της προθεσμίας που του χορήγησε το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2479/1997 (ΦΕΚ Α΄ 67), να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την ανωτέρω αιτούσα.

 

5. Επειδή, στο π.δ. 361/2001 «Κατανομή σε Τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας» (ΕτΚ Α΄, φ. 244) ορίζεται, στο άρθρο 2, ότι «1. Στο Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για: α) τους φόρους, ... του Δημοσίου, …, β) ..., γ) την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, δ) ...» και στο άρθρο 4 ότι «1. Στο Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές, οι οποίες δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα των άλλων Τμημάτων, όπως είναι ιδίως οι σχετικές με: α) την άσκηση κάθε είδους επαγγέλματος ή επιχείρησης, β) …». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ. 361/2001, η αρμοδιότητα των Τμημάτων του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνεται από τη φύση της νομοθεσίας, κατ’ εφαρμογή της οποίας έχει εκδοθεί η επίδικη διοικητική πράξη (ΣτΕ 2106/2015 κ.ά.). Κατά την έννοια δε των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων ενόψει και του σκοπού τους, που συνίσταται στην υπαγωγή ομοειδών διαφορών στον αυτό σχηματισμό, σε περίπτωση διάταξης, η οποία μπορεί να υπαχθεί εννοιολογικώς σε περισσοτέρους τομείς της νομοθεσίας, πρέπει να αναζητείται ο προέχων χαρακτήρας της, ώστε να αποφεύγεται η κατάτμηση ομοειδών διαφορών σε περισσότερα Τμήματα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2089, 2148/2015 Ολομ., 2469/2008 Ολομ.).

 

6. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρων 62, 63, 64 και 65 του ν. 4446/2016 (ΕτΚ Α΄, φ. 240), οι οποίες αποτέλεσαν το εξουσιοδοτικό έρεισμα για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης, θεσπίζονται κανόνες, οι οποίοι, όπως προκύπτει και από την οικεία αιτιολογική έκθεση, αποσκοπούν στη διεύρυνση της αποδοχής ηλεκτρονικών μέσων πληρωµής από τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες και τη σταδιακή καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε όλο το εύρος της οικονομίας, καθώς και στη δημιουργία ενός «συνεκτικού μηχανισμού για τη συνεχή τροφοδότηση» της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων µε τα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών, διά μέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών του ν. 3862/2010 (εγχώριων ή αλλοδαπών) που δραστηριοποιούνται νοµίµως στη χώρα, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η διασταύρωση των στοιχείων αυτών και, περαιτέρω, ο προσδιορισμός των εσόδων των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών και ο εντοπισμός ενδεχόμενης φοροδιαφυγής. Με τα δεδομένα αυτά, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4446/2016, κατ' εφαρμογή των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, εντάσσονται προεχόντως στη νομοθεσία περί φόρων του Δημοσίου και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού. Συνεπώς, αρμόδιο για την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως είναι το Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

7. Επειδή, στο άρθρο 90 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΕτΚ Α΄, φ. 208/27.9.2013), με τίτλο “Σκοποί και αρμοδιότητες Δικηγορικών Συλλόγων”, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: α) … ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων … για κάθε ζήτημα …, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου … Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν … αίτηση ακύρωσης, … ενώπιον κάθε δικαστηρίου … ακυρωτικού …οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας...». Επί τη βάσει της ανωτέρω διάταξης ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη πράξη, όπως έχει τροποποιηθεί, θεσπίζεται υποχρέωση των ασκούντων νομικές δραστηριότητες να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα, έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης, δεδομένου ότι με την κανονιστική αυτή απόφαση επιβάλλεται στους δικηγόρους η σύναψη συμβάσεων με αδειοδοτημένους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών καθώς και η υποχρεωτική αποδοχή των μέσων πληρωμής με κάρτα για ποσά κάτω των πεντακοσίων ευρώ, οι ρυθμίσεις δε αυτές επηρεάζουν τα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα των μελών του (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 3372/2015, 2527/2013 κ.ά.). Επίσης, έννομο συμφέρον έχουν προς άσκηση της κρινόμενης αίτησης και οι λοιποί αιτούντες, δικηγόροι των Δικηγορικών Συλλόγων Σερρών και Δράμας, διότι οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης πράξης, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, επηρεάζουν τα οικονομικά και επαγγελματικά τους συμφέροντα. Οι ανωτέρω αιτούντες παραδεκτώς ομοδικούν προβάλλοντες λόγους ερειδόμενους στην ίδια νομική και πραγματική βάση.

 

8. Επειδή, με την παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α΄, φ. 58) θεσπίστηκε το πρώτον η υποχρέωση προς εξόφληση φορολογικών στοιχείων, χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ και άνω, που εκδίδονται από επιτηδευματίες, για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, αποκλειστικά μέσω τράπεζας, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες του αγοραστή των αγαθών ή λήπτη των υπηρεσιών ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγές, αποκλειομένης της εξόφλησης των στοιχείων αυτών με μετρητά. Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου «ΓΕΝΙΚΑ: ... Άμεση προτεραιότητά μας είναι η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, γιατί αποτελεί τη χειρότερη ίσως μορφή αδικίας μέσα στο φορολογικό μας πλαίσιο, που εμποδίζει τη λειτουργία του κράτους, πολλαπλασιάζει τη διαφθορά και δημιουργεί συνθήκες κοινωνικής αδικίας μεταξύ των πολιτών και αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων. Η φοροδιαφυγή έχει πολλές όψεις και κάποιες από αυτές ενθαρρύνονται και από το ίδιο το πλαίσιο και το σύστημα φορολόγησης που επιτρέπει την απόκρυψη και την αποφυγή δήλωσης φορολογητέας ύλης. Οι βασικές αλλαγές του νέου φορολογικού πλαισίου έχουν ως εξής: - ... - ... Ηλεκτρονική διασύνδεση του Υπουργείου Οικονομικών με όλα τα Υπουργεία και Φορείς με υποχρέωση όλων για υποβολή κάθε στοιχείου οικονομικού ενδιαφέροντος είτε πρόκειται για αμοιβές ... Τακτική εφαρμογή ηλεκτρονικών διασταυρώσεων. ... Σε συνδυασμό με τον επαγγελματικό λογαριασμό προωθείται η σταδιακή εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και ηλεκτρονικής διακίνησης των τιμολογίων μεταξύ επιχειρήσεων και μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίου. ... - Από 1.1.2011 δεν θα θεωρείται νόμιμη κάθε συναλλαγή μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων αξίας μεγαλύτερης των 1.500 ευρώ, εάν αυτή γίνεται με μετρητά. Οι συναλλαγές αυτές θα γίνονται με πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες ή δίγραμμες επιταγές. ...». Και τούτο, όπως εκτίθεται στην ίδια έκθεση υπό το άρθρο 20 παρ. 3, «για την εξασφάλιση της γνησιότητας των σχετικών συναλλαγών και παραστατικών και για τη διενέργεια άμεσων διασταυρώσεων των σχετικών συναλλαγών». Ακολούθως, με το ν. 3862/2010, με τίτλο «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις Οδηγίες 2007/64/ΕΚ, 2007/44/ΕΚ και 2010/16/ΕΕ που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, προληπτική αξιολόγηση προτάσεων απόκτησης συμμετοχής σε επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α΄, φ. 113), μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2007/64/ΕΚ για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά (PaymentServicesDirective). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3862/2010 (άρθρο 2 της Οδηγίας 2007/64) “Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Κατά το άρθρο 4 του ίδιου νόμου (άρθρο 4 της Οδηγίας 2007/64) “Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: 1.....5. “πράξη πληρωμής”: η ενέργεια στην οποία προβαίνει ο πληρωτής ή ο δικαιούχος και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου....10. “χρήστης υπηρεσιών πληρωμών”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής ή δικαιούχος, ή και με τις δύο ιδιότητες. 11. “Καταναλωτής”: το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί υπό επαγγελματική ιδιότητα όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από την παρούσα Οδηγία...15. “Χρηματικά ποσά”: χαρτονομίσματα και κέρματα, λογιστικό και ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια της παραγράφου 20 του άρθρου 2 του ν. 3601/2007”.». Εξάλλου, με το Κεφάλαιο Α΄ του Δεύτερου Μέρους του ν. 4021/2011 «Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων - Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα - Κύρωση της Σύμβασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεων της και άλλες διατάξεις» (ΕτΚ Α΄, φ. 218) ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία οι διατάξεις της Οδηγίας 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 «για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των Οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 2000/46/EK (EEL 267)”. Στο άρθρο 10 του ως άνω ν. 4021/2011, που αποδίδει το αντίστοιχο άρθρο 2 της Οδηγίας, ως «ηλεκτρονικό χρήμα» ορίζεται «οποιαδήποτε νομισματική αξία αποθηκευμένη σε ηλεκτρονικό, συμπεριλαμβανομένου μαγνητικού, υπόθεμα, που εμφανίζεται ως απαίτηση έναντι του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος, η οποία έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού για το σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 3862/2010 (Α΄ 113) και γίνεται δεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν του εκδότη». Περαιτέρω, στο άρθρο 21 του ν. 4172/2013 (ΕτΚ Α΄, φ. 167, Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος) ορίζεται ότι: «1. Ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηματικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηματικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. ... 3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηματική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. ...», στο δε άρθρο 23 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν: α) ..., β) κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής, γ) ...». Ο ν. 4174/2013 (ΕτΚ Α΄, φ. 170, Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας) ορίζει στο άρθρο 15 : «1. Κατόπιν έγγραφου ή ηλεκτρονικού αιτήματος του Γενικού Γραμματέα, οι κρατικές υπηρεσίες και κάθε φορέας της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και όλων των δημόσιων οργανισμών, φορέων και εταιρειών, όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία το Κράτος, καθώς και των ανεξάρτητων αρχών, υποχρεούνται να παρέχουν στη Φορολογική Διοίκηση κάθε διαθέσιμη πληροφορία και να επιδεικνύουν, χωρίς τη μεταφορά τους εκτός των εγκαταστάσεων, όλα τα πρωτότυπα έγγραφα, μητρώα και στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους. 2. … 3. Ο Γενικός Γραμματέας δικαιούται να ζητά πληροφορίες ή έγγραφα από … τρίτα πρόσωπα, όπως ιδίως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα … για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1. ... 4. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει απόφαση, με την οποία ορίζονται ορισμένες κατηγορίες προσώπων που υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές τους με φορολογούμενους …. 5. Τρίτα πρόσωπα που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο υποχρεούνται στη χορήγηση των πληροφοριών της παραγράφου 3, εφόσον αυτές αφορούν οικονομικές συναλλαγές τους με τον φορολογούμενο. ...». Βάσει της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η απόφαση ΠΟΛ. 1033/2014 του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με τίτλο «Υποχρεώσεις πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, ιδρυμάτων πληρωμών, Ελληνικών Ταχυδρομείων, Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, επιχειρήσεων ιδιωτικής ασφάλισης, ιδιωτικών θεραπευτηρίων, ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, εταιριών σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, εταιριών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και ύδρευσης, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 4174/2013» (ΕτΚ Β΄, φ. 276), η οποία προβλέπει, στο άρθρο 1, μεταξύ άλλων, ότι τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα ιδρύματα πληρωμών και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία υποχρεούνται να διαβιβάζουν στη Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών στοιχεία που αφορούν σε συναλλαγές καρτών πληρωμής (χρεωστικών, πιστωτικών, προπληρωμένων κ.λπ.), που πραγματοποιούνται σε συμβεβλημένες με τις τράπεζες επιχειρήσεις (περ. 1.4.δ), αναφορικά με τις οποίες (συναλλαγές) διαβιβάζονται: «α) Τριψήφιος κωδικός τράπεζας ..., β) ΑΦΜ επιχείρησης, γ) Επωνυμία επιχείρησης, δ) Διακριτικός τίτλος επιχείρησης, ε) Πλήθος συναλλαγών καρτών για την περίοδο αναφοράς, ..., στ) Αξία συναλλαγών καρτών σε ευρώ για την περίοδο αναφοράς, ... 1.5. Η διαβίβαση των στοιχείων της παρ. 1.4. θα γίνεται απευθείας στη Γ.Γ.Δ.Ε. μέσω διαδικτυακής εφαρμογής ασφαλούς συστήματος μεταφόρτωσης αρχείου. Ειδικά για τα τραπεζικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα θα γίνεται μέσω της «Διατραπεζικά Συστήματα Α.Ε.» (ΔΙΑΣ), ενώ η συχνότητα διαβίβασης των στοιχείων είναι μηνιαία ...». Παράλληλα, με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013 (ΕτΚ Α΄, φ. 163) θεσπίστηκε «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που λειτουργούν στην Ελλάδα, καθώς και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωμών με έδρα το εξωτερικό και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας επιχειρήσεις στην ελληνική επικράτεια, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαβίβαση, αφενός, των αιτημάτων παροχής πληροφοριών των αρμόδιων ελεγκτικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και, αφετέρου, των απαντήσεων των ανωτέρω ιδρυμάτων σε τέτοια αιτήματα. Στη συνέχεια, με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΕτΚ Α΄, φ. 65) κηρύχθηκε τραπεζική αργία, η οποία, παραταθείσα διαδοχικώς, έληξε τη Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015, έκτοτε δε, με την από 18.7.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΕτΚ Α΄, φ. 84), η οποία, τροποποιηθείσα, ίσχυε μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης (και οι δύο αυτές π.ν.π. με τις τροποποιητικές τους κυρώθηκαν με το ν. 4350/2015, ΕτΚ Α΄, φ. 161/30.11.2015), επιβλήθηκε περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων, καταλαμβάνων τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, τα ιδρύματα πληρωμών του ν. 3862/2010, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος του ν. 4021/2011 κ.ο.κ.. Ακολούθως, στο «Μνημόνιο Συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας», που κυρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. Γ΄ «Συμφωνία δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» του ν. 4336/2015 (EτΚ Α΄, φ. 94), ορίσθηκε, στο Κεφάλαιο 2.3 «Μεταρρυθμίσεις της φορολογικής διοίκησης», ότι «οι αρχές, χρησιμοποιώντας τεχνική βοήθεια: i. θα ενισχύσουν τη συμμόρφωση. Έως τον Οκτώβριο του 2015, η κυβέρνηση: α) ...· β) θα επεξεργαστεί, με την Τράπεζα της Ελλάδος και τον ιδιωτικό τομέα, κοστολογημένο σχέδιο για την προώθηση και τη διευκόλυνση της χρήσης ηλεκτρονικών πληρωμών και τη μείωση της χρήσης μετρητών, με εφαρμογή που θα αρχίζει από τον Μάρτιο του 2016· γ) ...».

 

9. Επειδή, στις 22.12.2016 δημοσιεύθηκε ο νόμος 4446/2016, ο οποίος περιλαμβάνει στο Κεφάλαιο Β΄ «Μέτρα για την προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και την καταπολέμηση της απόκρυψης εσόδων». Στο Τμήμα Α΄ του Κεφαλαίου αυτού, με τίτλο «Μέτρα για την προώθηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 62: «Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α. «καταναλωτής», κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική του δραστηριότητα σύμφωνα με την περίπτωση 3 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751. β. «πληρωτής», το φυσικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτόν τον λογαριασμό ή, εάν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 3862/2010 (Α΄ 113). γ. «δικαιούχος πληρωμής», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής, σύμφωνα με την περίπτωση 13 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751. δ. «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών», οι επιχειρήσεις που δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και οι οποίες διακρίνονται στις ακόλουθες έξι κατηγορίες: (α) πιστωτικά ιδρύματα, (β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ..., (δ) ιδρύματα πληρωμών, ...ε. “σύστημα πληρωμών”, το σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, τον συμψηφισμό ή/και το διακανονισμό πράξεων πληρωμών...στ. “σύστημα καρτών πληρωμής”, ένα ενιαίο σύνολο κανόνων, πρακτικών, προτύπων και/ή κατευθυντηρίων γραμμών εφαρμογής για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα.... ζ. «τετραμερές σύστημα καρτών πληρωμής», ένα σύστημα καρτών πληρωμής στο οποίο οι πράξεις πληρωμών με κάρτα πραγματοποιούνται από τον λογαριασμό πληρωμών ενός πληρωτή στον λογαριασμό πληρωμών ενός δικαιούχου πληρωμής μέσω της διαμεσολάβησης του συστήματος, ενός εκδότη (από την πλευρά του πληρωτή) και ενός αποδέκτη (από την πλευρά του δικαιούχου πληρωμής), σύμφωνα με την περίπτωση 17 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751. η. ... ιγ. «ηλεκτρονικό χρήμα», οποιαδήποτε αποθηκευμένη -σε ηλεκτρονικό και μαγνητικό υπόθεμα- νομισματική αξία, αντιπροσωπευόμενη από απαίτηση έναντι του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος, η οποία έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού για το σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμής και η οποία γίνεται αποδεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πέραν του εκδότη, σύμφωνα με την περίπτωση 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α΄ 218). ιδ. ... ιε. «μέσο πληρωμής με κάρτα» νοείται οποιοδήποτε μέσο πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της κάρτας (πιστωτικής, χρεωστικής, προπληρωμένης), κινητού τηλεφώνου, ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλης τεχνολογικής συσκευής που περιλαμβάνει την κατάλληλη εφαρμογή πληρωμής διά της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στον πληρωτή να κινήσει πράξη πληρωμής με κάρτα (πιστωτική, χρεωστική, προπληρωμένη), η οποία δεν αποτελεί μεταφορά πίστωσης ή άμεση χρέωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 260/2012. ιστ. ... ιζ. «τερματικό αποδοχής καρτών πληρωμών και μέσων πληρωμής με κάρτα», στις οποίες κινείται η πράξη πληρωμής, το οποίο περιλαμβάνει όλες τις διαθέσιμες συσκευές, μεθόδους και Εφαρμογές Πληρωμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποδοχή καρτών, τόσο με φυσική παρουσία κάρτας, όσο και χωρίς φυσική παρουσία κάρτας (πωλήσεις εξ αποστάσεως). ... ιη. Ως «Επαγγελματικός Λογαριασμός» ορίζεται ο λογαριασμός που τηρείται σε Πάροχο Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, μέσω του οποίου διενεργούνται συναλλαγές που αφορούν αποκλειστικά την επιχειρηματική δραστηριότητα του κατόχου». Στο άρθρο 63 του ανωτέρω νόμου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 του ν. 4484/2017, οριζόταν ότι: «Οι διατάξεις του Τμήματος Α΄ εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής με κάρτα και μέσα πληρωμής με κάρτα που έχουν εκδοθεί από τετραμερές σύστημα πληρωμής, καθώς και στις ηλεκτρονικές πληρωμές εν γένει, όταν ο πληρωτής ενεργεί στο πλαίσιο της συναλλαγής με την ιδιότητα του καταναλωτή». Στο άρθρο 65 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017, ορίζονταν τα εξής: «Υποχρέωση αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα 1. Οι δικαιούχοι πληρωμής, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με καταναλωτές, υποχρεούνται, εντός ορισμένης προθεσμίας και ανάλογα με τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητάς τους (ΚΑΔ), να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής. 2. Για την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα, οι δικαιούχοι πληρωμής συμβάλλονται υποχρεωτικά με νομίμως αδειοδοτημένους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών, κατά το οριζόμενα στο ν. 3862/2010 (A΄ 113). Για την αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα και μετρητά, καθώς και την είσπραξη για λογαριασμό τρίτου εν γένει, οι δικαιούχοι πληρωμής απαγορεύεται να συμβάλλονται με οντότητες οι οποίες δεν αποτελούν νομίμως αδειοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών ή Αντιπροσώπους αυτών, εκτός αν άλλως ορίζεται ρητά στην οικεία ισχύουσα νομοθεσία. 3. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Οικονομικών, ορίζονται τα εξής: α. οι υπόχρεοι συμμόρφωσης βάσει των κύριων ΚΑΔ, β. η προθεσμία συμμόρφωσης, γ. οι διαδικασίες δήλωσης και τροποποίησης των τηρούμενων Επαγγελματικών Λογαριασμών στους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, δ. οι διαδικασίες και τα δεδομένα παρακολούθησης καθώς και η σύνταξη αναφορών, που καταγράφουν τη συμμόρφωση με τις προβλέψεις του Νόμου, ε. οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των ανωτέρω υπό α΄ έως δ΄ υποχρεώσεων, στ. η επέκταση της υποχρέωσης της παραγράφου 1 και σε άλλα μέσα πληρωμής, και ζ. οι αρμόδιες αρχές και τα μέσα προσφυγής και δικαστικής προστασίας κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Τμήματος Α΄». Περαιτέρω, στο άρθρο 66 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι δικαιούχοι πληρωμής, οι οποίοι αποδέχονται κάρτες πληρωμών ενημερώνουν τους καταναλωτές για την αποδοχή καρτών και μέσων πληρωμής του συστήματος καρτών πληρωμής, με σαφή τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείας. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να αναγράφονται ευκρινώς στην είσοδο του καταστήματος και στο ταμείο. 2. Στους παραβάτες των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους χιλίων (1.000) ευρώ. 3. ... 4. Αρμόδια αρχή για τη διενέργεια του ελέγχου και την επιβολή του προστίμου της παραγράφου 2 ορίζεται η Διεύθυνση Θεσμικών Ρυθμίσεων και Εποπτείας Αγοράς Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή και τα Τμήματα Εμπορίου των Διευθύνσεων Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας. 5. ...» και στο άρθρο 67 ότι: «1. Κάθε αδειοδοτημένος πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα, ημεδαπός ή αλλοδαπός, υποχρεούται να γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή τιμολογιακά στοιχεία για ορισμένα βασικά προϊόντα και υπηρεσίες που αυτός προσφέρει. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Οικονομικών, ορίζεται: α. Το ακριβές περιεχόμενο των στοιχείων που γνωστοποιούνται στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή. β. Η διαδικασία και η περιοδικότητα γνωστοποίησης των στοιχείων. γ. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης γνωστοποίησης». Περαιτέρω, στα άρθρα 68 και 69 του ίδιου ν. 4446/2016, που εντάσσονται στο Β΄ Τμήμα του Κεφαλαίου Β΄ με τίτλο «Φορολογικές και λοιπές ρυθμίσεις», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: “Άρθρο 68. Μειώσεις φόρου μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών 1. Στο άρθρο 16 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) προστίθεται νέα παράγραφος 3, ως εξής: «3. α) Προκειμένου να διατηρηθεί η μείωση φόρου σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ο φορολογούμενος απαιτείται να πραγματοποιήσει δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών στην ημεδαπή ή σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ε.Ο.Χ., οι οποίες να έχουν εξοφληθεί με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, όπως, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, κάρτες και μέσα πληρωμής με κάρτες, πληρωμή μέσω λογαριασμού πληρωμών Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, χρήση ηλεκτρονικού πορτοφολιού κ.λπ., το ελάχιστο ποσό των οποίων προσδιορίζεται ως ποσοστό του φορολογητέου εισοδήματός του, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα: .....2. Η προηγούμενη παράγραφος ισχύει από το φορολογικό έτος 2017 και μετά. 3. .... Άρθρο 69. Διασφάλιση και έλεγχος συναλλαγών. 1. ... 2. Η παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 3842/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Τα φορολογικά στοιχεία συνολικής αξίας πεντακοσίων (500) ευρώ και άνω, που εκδίδονται για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, εξοφλούνται από τους λήπτες τους, αγοραστές των αγαθών ή των υπηρεσιών, αποκλειστικώς με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής, όπως ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, τραπεζικό έμβασμα, πληρωμή μέσω λογαριασμού πληρωμών, χρήση ηλεκτρονικού πορτοφολιού. Δεν επιτρέπεται εξόφληση των στοιχείων αυτών με μετρητά». 3. ...». Επίσης, στο άρθρο 70 “Πρόγραμμα Δημοσίων Κληρώσεων (Λοταρία)” του ίδιου ν. 4446/2016 ορίζεται : «1. Οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής, για την αγορά αγαθών ή την λήψη υπηρεσιών, λαμβάνονται υπόψη για τη συμμετοχή σε πρόγραμμα δημοσίων κληρώσεων (Λοταρίες), μέσω του οποίου οι τυχεροί επιβραβεύονται με χρηματικά ή και σε είδος έπαθλα. ...». Τέλος, στο άρθρο 71 του ίδιου ν. 4446/2016 ορίζονται τα εξής: «1. Η παρ. 1 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Συστήνεται «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών» (Σ.Μ.Τ.Λ. και Λ.Π.) των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που λειτουργούν στην Ελλάδα, καθώς και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωμών (cardacquirers) με έδρα το εξωτερικό και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας επιχειρήσεις στην Ελληνική επικράτεια, με σκοπό τη διευκόλυνση της διαβίβασης των αιτημάτων παροχής πληροφοριών από το σύνολο των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών, την Οικονομική Αστυνομία, τον Οικονομικό Εισαγγελέα, τον Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς, την Αρχή Καταπολέμησης της νομιμοποίησης των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης. Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών αφορούν σε κάθε στοιχείο και πληροφορία για φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που τηρούνται στους ως άνω αναφερόμενους Παρόχους, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την άρση του τραπεζικού και επαγγελματικού απορρήτου, καθώς και του απορρήτου των στοιχείων έναντι των παραπάνω αρχών και υπηρεσιών του δημοσίου και της αυτοματοποιημένης πρόσβασής τους σε αυτό. ...». 2. ... 3. Μετά το άρθρο 62 του ν. 4170/2013 προστίθεται νέο άρθρο 62Α που έχει ως εξής: «Άρθρο 62Α Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη 1. Στις περιπτώσεις συναλλαγών με χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, όπως ενδεικτικά μέσω μεταφοράς από λογαριασμό ηλεκτρονικής τραπεζικής (e-banking), μέσω χρήσης κάρτας πληρωμής καθώς και μέσω οποιουδήποτε άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμών, όπως ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, ηλεκτρονικό πορτοφόλι, ηλεκτρονικό χρήμα, κουπόνι, voucher, καθίσταται υποχρεωτική η ονομαστικοποίηση του ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής, με ταυτοποίηση του κατόχου του ...».

 

10. Επειδή, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4446/2016, υπό το Κεφάλαιο Β΄, εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ - ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ Κεντρική δέσμευση της κυβέρνησης είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών που θα ανατάξουν την εθνική οικονομία...και θα συμβάλλουν στην αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών που αποστέρησαν δημόσια έσοδα.... Στο πιο πάνω πλαίσιο, στόχος του νοµοσχεδίου είναι η δηµιουργία µιας συγκροτηµένης δέσµης υποχρεώσεων και δικαιωµάτων µεταξύ πολιτών και επιχειρήσεων, αναφορικά µε τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών. Εισάγονται µέτρα διεύρυνσης της αποδοχής ηλεκτρονικών µέσων πληρωµής από τις επιχειρήσεις, ώστε η χώρα να ωφεληθεί από τις ευρωπαϊκές τεχνολογικές και κανονιστικές εξελίξεις στον τοµέα των ηλεκτρονικών πληρωµών και να ανακτήσει το χαµένο έδαφος των προηγούµενων ετών. Η εν λόγω νοµοθετική πρωτοβουλία ανταποκρίνεται επιπλέον σε ένα διαρκές αίτηµα της αγοράς και των θεσµικών φορέων της, εξορθολογίζοντας τις συνθήκες ανταγωνισµού που επικρατούν µεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωµών που παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα (τράπεζες, ιδρύµατα πληρωµών, ιδρύµατα ηλεκτρονικού χρήµατος), αίροντας στρεβλώσεις πολλών ετών. Επιπρόσθετα, το νοµοσχέδιο δηµιουργεί ένα συνεκτικό µηχανισµό για τη συνεχή τροφοδότηση της Γενικής Γραµµατείας Δηµοσίων Εσόδων µε τα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών των επιχειρήσεων, διά µέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωµών του Ν. 3862/2010 (εγχώριων ή αλλοδαπών) που δραστηριοποιούνται νοµίµως στη χώρα, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η διασταύρωση των στοιχείων συναλλαγών των επιχειρήσεων. Το µέτρο θα επιτρέψει ... τον προσδιορισµό των εσόδων των επιχειρήσεων και τον εντοπισµό ενδεχόµενης φοροδιαφυγής. ... Β. ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ - ΚΑΤ' ΑΡΘΡΟ ... Άρθρο 62. Ορισμοί. Αξιοποιούνται οι ορισμοί των νόμων 3862/2010 και 4021/2011, των Κανονισμών 2015/751 και 260/2012 καθώς και της Οδηγίας 2009/110/ΕΚ της Ε.Ε. ως πεδίο ορισμών του Σχεδίου Νόμου, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτικότητα με το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Άρθρο 63. Πεδίο εφαρμογής. Καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του νόμου, το οποίο καταλαμβάνει όχι μόνο τις κάρτες πληρωμής (πιστωτικές, χρεωστικές, προπληρωμένες) αλλά και το σύνολο των μέσων πληρωμής και των υποθεμάτων που βασίζονται στη χρήση καρτών (ηλεκτρονικά πορτοφόλια κ.λπ.). ... Άρθρο 65. Υποχρέωση αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα. Καταληκτικός στόχος του νοµοσχεδίου είναι η καθιέρωση της υποχρεωτικής αποδοχής µέσων πληρωµής µε κάρτα, στο σύνολο των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική επικράτεια. Στο πλαίσιο του άρθρου 66 [ενν. προφανώς 65], δίνεται η δυνατότητα στον Υπουργό Οικονοµικών να ορίζει τις κατηγορίες επιχειρήσεων που θα εµπίπτουν στην υποχρέωση αποδοχής καρτών, ώστε να γίνει σταδιακή, οµαλή µετάβαση στην καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε όλο το εύρος της οικονοµίας. Στόχος είναι η τροφοδότηση του Υπουργείου Οικονοµικών και της Γενικής Γραµµατείας Δηµοσίων Εσόδων µε πλήρη και ολοκληρωµένα στοιχεία που αφορούν τις ηλεκτρονικές συναλλαγές των επιχειρήσεων, δια µέσου στοιχείων συναλλαγών που διαβιβάζονται από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωµών. ... Άρθρο 66. Υποχρέωση ενημέρωσης καταναλωτή. Θεσπίζεται ένα σαφές πλαίσιο για την υποχρέωση ενηµέρωσης και τα δικαιώµατα µεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων, αναφορικά µε την αποδοχή καρτών και τη διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών µε τη χρήση µέσων πληρωµής µε κάρτα. ... Άρθρο 67. Υποχρεώσεις παρόχων υπηρεσιών πληρωµών προς τη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή σχετικά µε τιµολογιακά δεδοµένα. Εισάγεται η υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών πληρωµών να γνωστοποιούν στη Γενική Γραµµατεία Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή στοιχεία που αφορούν την τιµολογιακή τους πολιτική για ορισµένα βασικά προϊόντα. ... Σκοπός της ρύθµισης είναι να παρέχεται στον καταναλωτή η δυνατότητα σύγκρισης ορισµένων βασικών προϊόντων ως προς τις τιµές και τις προµήθειες (π.χ. εµβάσµατα, αγορά pos κ.ά.), ώστε να επιλέγει το προϊόν που τον συµφέρει. Άρθρο 68. Μειώσεις φόρου μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών. Με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται από 1.1.2017 ένα ισχυρό πλαίσιο κινήτρων προς τους πολίτες για τη διεύρυνση της χρήσης μέσων πληρωμής με κάρτα. Οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής συμβάλλουν στη διατήρηση του προβλεπόμενου ποσού μείωσης του φόρου, βάσει συγκεκριμένης κλίμακας. ... Άρθρο 69. Διασφάλιση και έλεγχος συναλλαγών. Καθορίζεται το πλαίσιο για τη διαβίβαση, την επεξεργασία, τη διαχείριση και τη διάθεση των δεδομένων των συναλλαγών. Αρμόδια υπηρεσία ορίζεται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων. Μειώνεται από 1.500 ευρώ σε 500 ευρώ το ύψος των συναλλαγών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων πάνω από το οποίο οι συναλλαγές πραγματοποιούνται αποκλειστικά με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής ... Άρθρο 70. Πρόγραµµα Δηµοσίων Κληρώσεων (Λοταρία). Καθορίζεται πρόγραµµα δηµοσίων κληρώσεων (λοταρία) που θα βασίζεται στις συναλλαγές που έχουν πραγµατοποιηθεί µε τη χρήση µέσων πληρωµής, κάρτας ή άλλου ηλεκτρονικού µέσου πληρωµής για την αγορά αγαθών ή την λήψη υπηρεσιών. ... Άρθρο 71. Σύστηµα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασµών και Λογαριασµών Πληρωµών στη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων του Υπουργείου Οικονοµικών και λοιπές διατάξεις. Καταρτίζεται ενός συνεκτικός µηχανισµός για την συνεχή τροφοδότηση της Γενικής Γραµµατείας Δηµοσίων Εσόδων µε τα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών των επιχειρήσεων, διαµέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωµών, που δραστηριοποιούνται νοµίµως στη χώρα, ώστε να καταστεί ευχερέστερη η διασταύρωση των στοιχείων συναλλαγών των επιχειρήσεων. Τα πιστωτικά ιδρύµατα, τα ιδρύµατα πληρωµών, τα ιδρύµατα ηλεκτρονικού χρήµατος καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωµών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωµών («cardacquirers») ανεξαρτήτως της χώρας προέλευσης, µε ή χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, που παρέχουν υπηρεσίες εξυπηρετώντας Ελληνικές επιχειρήσεις, διασυνδέονται στο Σύστηµα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασµών και Λογαριασµών Πληρωµών και τροφοδοτούν µε στοιχεία τη Γενική Γραµµατεία Δηµοσίων Εσόδων. Οι ως άνω πάροχοι, που διαβιβάζουν στοιχεία στη Γενική Γραµµατεία Δηµοσίων Εσόδων, συµπεριλαµβάνονται σε δηµόσιο µητρώο που είναι προσβάσιµο ηλεκτρονικά µέσω TAXISNET. Οι ελληνικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να δηλώνουν µέσω του TAXISNET τους συνεργαζόµενους παρόχους υπηρεσιών πληρωµών, διαµέσου των οποίων αποδέχονται ηλεκτρονικές πληρωµές. Οι επιχειρήσεις δηλώνουν πάροχο υπηρεσιών πληρωµών, µεταξύ αυτών που έχουν συµπεριληφθεί στο ως άνω δηµόσιο µητρώο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι οικείες Αρχές έχουν τη δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων συναλλαγών των επιχειρήσεων διά µέσου των δεδοµένων συναλλαγών που διαβιβάζουν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωµών. Η περίπτωση που επιχείρηση δεν δηλώνει συνεργαζόµενο πάροχο υπηρεσιών πληρωµών δηλοί ότι αυτή δεν αποδέχεται ηλεκτρονικά µέσα πληρωµής και, κατά συνέπεια, δεν διαβιβάζει στο Υπουργείο Οικονοµικών τα δεδοµένα των συναλλαγών. Η περίπτωση αυτή συνιστά υπόθεση υψηλής προτεραιότητας για τον περαιτέρω έλεγχο ενδεχόµενης απόκρυψης φορολογητέας ύλης. Το µέτρο θα επιτρέψει την αξιοποίηση δεδοµένων συναλλαγών µε οργανωµένο τρόπο από τη Γενική Γραµµατεία Δηµοσίων Εσόδων, δίνοντας για πρώτη φορά στο Ελληνικό Δηµόσιο ένα σύγχρονο οπλοστάσιο για τον προσδιορισµό των πραγµατικών εσόδων των επιχειρήσεων και τον εντοπισµό της φοροδιαφυγής. ...».

 

11. Επειδή, κατ’ επίκληση της ως άνω διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 65 του ν. 4446/2016 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 45231/20.4.2017 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Οικονομικών, η οποία όρισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 1: «1. Οι δικαιούχοι πληρωμής της περ. γ΄ του άρθρου 62 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), οι οποίοι διαθέτουν τους παρακάτω κύριους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (εφεξής Υπόχρεοι), υποχρεούνται να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα κατά την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής που πραγματοποιούν καταναλωτές της περ. α΄ του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, (Α΄ 240). Περιγραφή δραστηριότητας ... ΚΑΔ 69.10 Νομικές δραστηριότητες ... 2. Οι ως άνω Υπόχρεοι οφείλουν να συμμορφωθούν εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας. 3. ... 4. Οι Υπόχρεοι που θα προβούν σε έναρξη δραστηριότητας ή σχετική μεταβολή μετά την παρέλευση της προθεσμίας, της οριζόμενης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, οφείλουν να συμμορφωθούν εντός ενός (1) μηνός από την έναρξη ή τη μεταβολή». Άρθρο 2: «1. Αρμόδιες αρχές για τη διενέργεια των ελέγχων, την επιβολή των προστίμων και τη βεβαίωση παραβάσεων της παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 4446/2016 ορίζονται η Διεύθυνση Θεσμικών Ρυθμίσεων και Εποπτείας Αγοράς Προϊόντων και Παροχής Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή και οι Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας. 2. Οι υπηρεσίες της Ειδικής Γραμματείας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Ε.Γ.Σ.Δ.Ο.Ε.) και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), εφόσον στα πλαίσια των ελέγχων που διενεργούν βάσει των αρμοδιοτήτων τους, διαπιστώσουν παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, υποχρεούνται σε έγγραφη ενημέρωση της Διεύθυνσης Θεσμικών Ρυθμίσεων και Εποπτείας της Αγοράς Προϊόντων και Υπηρεσιών ή της κατά τόπο αρμόδιας Διεύθυνσης Ανάπτυξης για την περαιτέρω εφαρμογή της οριζόμενης με την παρούσα διαδικασίας». Άρθρο 3: «1. Η Α.Α.Δ.Ε. κοινοποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή κατάλογο στον οποίο περιλαμβάνονται: α) Οι Αριθμοί Φορολογικού Μητρώου του συνόλου των Υπόχρεων, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 της παρούσας. β) Στοιχεία από τα οποία προκύπτει η δυνατότητα ή μη αποδοχής πληρωμών με κάρτα, όπως, ενδεικτικά, εισπράξεις μέσω πιστωτικών, χρεωστικών και προπληρωμένων καρτών ή άλλων μέσων πληρωμής με κάρτα, για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, σύμφωνα με την περ. δ της παρ. 4 του άρθρου 1 της ΠΟΛ 1033/2014 (Β΄ 276), όπως ισχύει. 2. ...». Άρθρο 4: «1. Στους παραβάτες του άρθρου 1 της παρούσας επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. 2. ... 4. Η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου της παρούσης υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίησή της, η οποία ασκείται ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, ... 5. Η απόφαση επί της ενδικοφανούς προσφυγής υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ...». Άρθρο 5: «Σε περίπτωση που οι αρμόδιες Υπηρεσίες της παρ. 1 του άρθρου 2 της παρούσας δεχθούν τουλάχιστον πέντε καταγγελίες σε διάστημα τριών διαδοχικών μηνών για την μη αποδοχή πληρωμών με χρήση Μέσων Πληρωμής με Κάρτα από Υπόχρεο της παρ. 1 του άρθρου 1 της παρούσας, αυτές κοινοποιούνται στην Α.Α.Δ.Ε. και στην Ε.Γ.Σ.Δ.Ο.Ε., προκειμένου να ληφθούν υπόψη κατά τον προγραμματισμό και τη διενέργεια ελέγχων, αρμοδιότητάς τους». Άρθρο 6: «Οι διατάξεις της παρούσας ισχύουν από τη δημοσίευσή της. ...». Ακολούθως, με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017 (ΕτΚ Α΄, φ. 74/19.5.2017) αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του ως άνω άρθρου 65 ως εξής: «Οι δικαιούχοι πληρωμής, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με πληρωτές οι οποίοι ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα, υποχρεούνται, ανάλογα με τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητάς τους (ΚΑΔ) και εντός ορισμένης προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής». Ακολούθως, με το άρθρο 73 του ν. 4484/2017 (ΕτΚ Α΄, φ. 110/1.8.2017) το άρθρο 63 του ν. 4446/2016 αντικαταστάθηκε ως εξής: «Οι διατάξεις του Τμήματος Α΄ εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής με κάρτα και μέσα πληρωμής με κάρτα που έχουν εκδοθεί από τετραμερές σύστημα πληρωμής, καθώς και στις ηλεκτρονικές πληρωμές εν γένει, όταν ο πληρωτής ενεργεί για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική του δραστηριότητα». Όπως εκτίθεται στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει τη σχετική τροπολογία «Η συγκεκριμένη τροποποίηση είναι αναγκαία για την εναρμόνιση του πεδίου εφαρμογής με τις υπόλοιπες διατάξεις του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), καθώς η παρ. 1 του άρθρου 65 του εν λόγω νόμου, ... τροποποιήθηκε με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017 (Α΄ 74) ..., ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση ως προς το πεδίο εφαρμογής του νόμου τόσο στους υπόχρεους σε συμμόρφωση, όσο και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Διοίκησης». Κατ' επίκληση της αυτής ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η 86437/3.8.2017 κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία τροποποιήθηκε το εδ. α΄ της παρ. 1 άρθρου 1 της προσβαλλόμενης 45231/20.4.2017 κοινής απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Υφυπουργού Οικονομικών, αντικατασταθείσης της φράσης «καταναλωτές της περ. α΄ του άρθρου 62 του ν. 4446/2016» με τη φράση «πληρωτές της περ. α΄ του άρθρου 62 του ν. 4446/2016, οι οποίοι ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα”. Επίσης εκδόθηκε η ΔΕΑΦ 1167412/6.11.2017 κοινή υπουργική απόφαση (ΕτΚ Β΄, φ. 3944/9.11.2017), με την οποία μετά το άρθρο 5 της προσβαλλόμενης απόφασης προστέθηκε νέο άρθρο 5α, στο οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Οι δικαιούχοι πληρωμής της παρ. 1 του άρθρου 1 υποχρεούνται να δηλώνουν ηλεκτρονικά τον ή τους Επαγγελματικό/ούς Λογαριασμό/ούς στο διαδικτυακό τόπο της ΑΑΔΕ ... 2. Στον Επαγγελματικό λογαριασμό οι υπόχρεοι αποδέχονται συναλλαγές που πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής όπως, ενδεικτικά, μέσα πληρωμής με κάρτα, εντολές άμεσης χρέωσης, μεταφορές πίστωσης, πάγιες εντολές, καθώς και συναλλαγές με μετρητά. Οι συναλλαγές που διενεργούνται μέσω του Επαγγελματικού Λογαριασμού αφορούν αποκλειστικά την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου. 3. Συναλλαγές που αφορούν την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του υπόχρεου, μέσω των Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3682/2010 ανεξαρτήτως του μέσου συναλλαγής, διενεργούνται μέσω Επαγγελματικού Λογαριασμού, που έχει δηλωθεί σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 1. 4. ...».

 

12. Επειδή, στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοικήσεως επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζει καθ’ ύλην το αντικείμενό της, δηλαδή να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει, βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης, κανονιστικώς. Εξ άλλου, ως «ειδικότερα θέματα», για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η παροχή νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως, πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Η ανωτέρω δε ουσιαστική ρύθμιση μπορεί να υπάρχει τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΣτΕ Ολομ. 1804/2017, 1240/2016, 2573/2015). Για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδότησης δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές και κατευθύνσεις στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών (ΣτΕ Ολομ. 1804/2017). Eξάλλου, η ρύθμιση της οργάνωσης επαγγέλματος ή της άσκησης οικονομικής ελευθερίας ή ατομικού δικαιώματος εν γένει πρέπει καταρχήν να γίνεται με προεδρικό διάταγμα, όμως τα εν λόγω ζητήματα μπορούν να ρυθμιστούν και με υπουργική απόφαση, εφόσον η ουσιαστική ρύθμιση του θέματος διαγράφεται, έστω σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή σε άλλη διάταξη (ΣτΕ Ολομ. 1804/2017).

 

13. Επειδή, η παρατεθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, τόσο πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017, υπό την ισχύ της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κανονιστική απόφαση, όσο και μετά την αντικατάσταση της εν λόγω παραγράφου, υπό την ισχύ της οποίας εκδόθηκε η τροποποιητική της προσβαλλόμενης 86437/3.8.2017 κοινή υπουργική απόφαση, παρέχει στη Διοίκηση την αρμοδιότητα θέσπισης κανόνων δικαίου προς ρύθμιση των εξής θεμάτων: α. των υποχρέων συμμόρφωσης βάσει των κύριων ΚΑΔ, ήτοι των κατηγοριών δικαιούχων πληρωμής, οι οποίοι, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με φυσικά πρόσωπα που ενεργούν για λόγους μη εμπίπτοντες στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα (καταναλωτές), υποχρεούνται, εντός ορισμένης προθεσμίας (τριετούς, σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017) και ανάλογα με τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητάς τους (ΚΑΔ), να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής, β. της προθεσμίας συμμόρφωσης των υποχρέων, γ. των διαδικασιών δήλωσης και τροποποίησης των τηρούμενων Επαγγελματικών Λογαριασμών στους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 3862/2010, ήτοι της διαδικασίας δηλώσεως, ηλεκτρονικώς μέσω taxisnet, στο οικείο μητρώο της Γ.Γ.Δ.Ε. (νυν Α.Α.Δ.Ε.), των λογαριασμών που τηρούν οι ως άνω υπόχρεοι σε πιστωτικά ιδρύματα κ.λπ., μέσω των οποίων διενεργούν συναλλαγές που αφορούν αποκλειστικά την «επιχειρηματική» δραστηριότητά τους (βλ. ιδίως άρθρο 62 ιη΄ ν. 4446/2016 σε συνδυασμό με άρθρο 4 αριθ. 14 ν. 3862/2010 και άρθρο 71 ν. 4446/2016 περί Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών κ.λπ., με τις διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν διατάξεις του άρθρου 62 ν. 4170/2013 και προστέθηκαν νέες· βλ. και άρθρο 20 παρ. 2 ν. 3842/2010), δ. των διαδικασιών και των δεδομένων παρακολούθησης καθώς και της σύνταξης αναφορών, που καταγράφουν τη συμμόρφωση με τις προβλέψεις του νόμου, ήτοι της διαδικασίας τροφοδότησης αρχών, που είναι αρμόδιες για την επιβολή των κυρώσεων σε περίπτωση μη αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα ή μη δήλωσης επαγγελματικού λογαριασμού εκ μέρους υποχρέου, με στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η μη συμμόρφωση· τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται στις αρχές που αναφέρονται στο απολύτως συναφές και σε λογική και αδιάσπαστη ενότητα με το παρόν τελούν αμέσως επόμενο άρθρο 66 του ίδιου Τμήματος Α΄, Κεφαλαίου Β΄ του ν. 4446/2016, προκειμένου, κατόπιν ελέγχου, να επιβάλλουν κυρώσεις, ε. των κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης των ανωτέρω υπό α΄ έως δ΄ υποχρεώσεων, στ. της επέκτασης της υποχρέωσης της παραγράφου 1 και σε άλλα μέσα πληρωμής («ηλεκτρονικές πληρωμές εν γένει» κατ΄ άρθρο 63), ήτοι της επιβολής της υποχρέωσης αποδοχής και άλλων, πέραν των μέσων πληρωμής με κάρτα, «εξατομικευμένων μηχανισμών ή/και σειράς διαδικασιών που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και τα οποία [εναλλακτικά αυτά μέσα πληρωμής] χρησιμοποιεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προκειμένου να κινήσει εντολή πληρωμής, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3862/2010» (βλ. άρθρο 62 ιδ΄ ν. 4446/2016), και ζ. των αρμόδιων αρχών και των μέσων προσφυγής και δικαστικής προστασίας κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Τμήματος Α΄ (άρθρων 62-67· και για τα θέματα αυτά πρβλ. ιδίως άρθρο 66 ν. 4446/2016).

 

14. Επειδή, κατά την πρόδηλη έννοιά της, η επίμαχη εξουσιοδοτική διάταξη -η οποία δεν μπορεί να ερμηνευθεί αυτοτελώς αλλά μόνο σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του νομοθετήματος στο οποίο εντάσσεται και στο πλαίσιο που οι διατάξεις αυτές συνθέτουν με τις διατάξεις των λοιπών παρατεθέντων νομοθετημάτων, με τις οποίες ρυθμίζονται ζητήματα ηλεκτρονικών συναλλαγών προς το σκοπό «της αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών που αποστέρησαν δημόσια έσοδα» (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4446/2016, Κεφ. Β΄, Α. Γενικό Μέρος - Επί της Αρχής)- αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνων δικαίου με αντικείμενο τη ρύθμιση των ως άνω επιμέρους ζητημάτων, που αφορούν την, καταρχήν, διεπόμενη από την ενωσιακή νομοθεσία αποδοχή ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής από τις επιχειρήσεις. Η τελευταία, σε συνδυασμό με την τροφοδότηση του Υπουργείου Οικονομικών και της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με πλήρη στοιχεία που αφορούν τις ηλεκτρονικές συναλλαγές των επιχειρήσεων αυτών, διά μέσου στοιχείων συναλλαγών που διαβιβάζονται από τους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών, θα καταστήσει ευχερέστερη τη διασταύρωση των στοιχείων συναλλαγών των εν λόγω επιχειρήσεων, προς επίτευξη του προς αυτήν συναρτωμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος (πάταξη της φοροδιαφυγής). Με τα δεδομένα αυτά, η μνησθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του ν. 4446/2016 είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. Και τούτο διότι με την εν λόγω εξουσιοδοτική διάταξη αφενός καθορίζονται τα συγκεκριμένα θέματα τα οποία είναι δυνατόν να ρυθμίσει ο κανονιστικός νομοθέτης (υπόχρεοι συμμόρφωσης, προθεσμία, διαδικασία δηλώσεως επαγγελματικού λογαριασμού, στοιχεία για τη συμμόρφωση των υποχρέων, διαβίβαση αυτών στις αρμόδιες αρχές για την άσκηση ελέγχων και την επιβολή κυρώσεων, επέκταση της υποχρεώσεως της παρ. 1 και σε άλλα μέσα πληρωμής, διοικητική διαδικασία και μέσα δικαστικής προστασίας) και αφετέρου παρέχονται με αυτήν αλλά και από το νομοθετικό πλαίσιο, στο οποίο αυτή εντάσσεται, λαμβανόμενο υπόψη στο σύνολό του, οι γενικές κατευθύνσεις και αρχές για το περιεχόμενο των προς θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2151/2017, 2573/2015). Περαιτέρω, η μνημονευθείσα εξουσιοδότηση αφορά τη ρύθμιση ειδικότερου θέματος, κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος, διότι η ουσιαστική ρύθμιση της επιβολής υποχρέωσης αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα σε εμπόρους, επιχειρηματίες και ελεύθερους επαγγελματίες, ως αρρήκτως συνδεόμενη με την εν γένει διενέργεια ηλεκτρονικών συναλλαγών ως προϋπόθεσης για την τροφοδότηση της Γ.Γ.Δ.Ε. με τα στοιχεία των συναλλαγών αυτών διά μέσου των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών του ν. 3862/2010 (εγχώριων ή αλλοδαπών) που δραστηριοποιούνται νομίμως στη χώρα, περιέχεται, κατά τα αναλυτικώς παρατιθέμενα σε προηγούμενες σκέψεις, στον εξουσιοδοτικό νόμο, όπως αυτός συμπληρώνεται από τις σχετικές προς το ρυθμιστικό αντικείμενό του λοιπές νομοθετικές διατάξεις και προσδιορίζεται σε συνάρτηση με την ανάγκη αντιμετώπισης χρόνιων παθογενειών (απόκρυψης εισοδημάτων) που στερούν έσοδα από το Δημόσιο (πρβλ. ΣτΕ 1240/2016, 17/2015 Ολομ.). Στο νομοθετικώς καθοριζόμενο αυτό πλαίσιο της υποχρεωτικής αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα εκ μέρους των ασκούντων «επιχειρηματική» δραστηριότητα (υπό την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο Κεφ. Γ΄ του Κώδικα Φορολογία Εισοδήματος, άρθρα 21 επ.), με την εξουσιοδοτική διάταξη παρέχεται, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, σε όργανο της Διοίκησης άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και συγκεκριμένα στους συναρμόδιους Υπουργούς Οικονομικών και Οικονομίας και Ανάπτυξης, η αρμοδιότητα κανονιστικής ρύθμισης, με κοινή απόφασή τους, των κατηγοριών υποχρέων, της προθεσμίας συμμόρφωσης, επιμέρους όρων και προϋποθέσεων καθώς και συνεπειών της μη συμμόρφωσης στην υποχρέωση αυτή (πρβλ. ΣτΕ 2573/2015). Ενόψει τούτων, η ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, νομίμως εκδόθηκε, βάσει αυτής (και τροποποιήθηκε, με όμοιες αποφάσεις), η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η επίμαχη νομοθετική εξουσιοδότηση παραβιάζει το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος για τον λόγο ότι σ' αυτήν περιέχεται μόνον ο καθ' ύλην προσδιορισμός του αντικειμένου της ρύθμισης ενώ δεν περιέχεται κατ' αρχήν ουσιαστική ρύθμιση ως προς τους επαγγελματίες στους οποίους επιβάλλεται ο επίμαχος περιορισμός της επαγγελματικής ελευθερίας.

 

15. Επειδή, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά και η ελευθερία των συμβάσεων (ΣτΕ 1964/2016, 4569/2015 7μ., 3962/2014 Ολομ., 3372/2015 Ολομ.), στην οποία περιλαμβάνεται η ελευθερία σύναψης ή μη σύμβασης και η ελευθερία επιλογής του προσώπου με το οποίο θα συναφθεί συγκεκριμένη σύμβαση (ΣτΕ 2451/2012 7μ.). Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος (ΣτΕ 1964/2016, 4569/2015 7μ.), οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης δραστηριότητας, να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού και να μην είναι δυσανάλογοι, σε σχέση προς αυτόν (ΣτΕ 3372/2015 Ολομ., 2527/2013 Ολομ., 2451/2012 7μ. κ.ά.). Εξάλλου, όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας ενός μέτρου, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τον καθορισμό των ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες και, συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (ΣτΕ 4569/2015 7μ., 3962/2014 Ολομ. κ.ά.).

 

16. Επειδή, όπως έχει ήδη εκτεθεί σε προηγούμενες σκέψεις, η επίμαχη εξουσιοδοτική διάταξη αποτελεί μέρος δέσμης ρυθμίσεων για την προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών, η οποία εκτιμάται από τον νομοθέτη ότι θα συμβάλει στον αποτελεσματικότερο έλεγχο των εσόδων των επιχειρήσεων κ.λπ. και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, που αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος υψίστης προτεραιότητας, «ιδιαίτερα σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και αυστηρού δημοσιονομικού πλαισίου» (βλ. ανωτέρω την αιτιολογική έκθεση του ν. 4446/2016 καθώς και την έκθεση απόψεων της Υφυπουργού Οικονομικών που περιλαμβάνεται στο έγγραφο ΥΦ.ΟΙΚ.00702 ΕΞ 2017 ΕΜΠ/6.10.2017). Η επιλογή των επιμέρους ρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής υποχρεωτικής αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα από κατηγορίες επαγγελματιών, στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στις εξής διαπιστώσεις, όπως αναφέρονται στην προαναφερθείσα έκθεση απόψεων της Υφυπουργού Οικονομικών: «Όσον αφορά τη σύνθεση της φοροδιαφυγής ... (σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΓΓΠΣ) ... προκύπτει ότι οι αυτοαπασχολούμενοι και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις φοροδιαφεύγουν. Αυτό το φαινόμενο έχει μικρότερες συνέπειες στα φορολογικά έσοδα των περισσότερων ανεπτυγμένων χωρών, διότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις σε αυτές τις οικονομίες είναι λίγες και οι αυτοαπασχολούμενοι αποτελούν μικρό ποσοστό του εργατικού δυναμικού. ... Στην Ελλάδα το ποσοστό της αυτοαπασχόλησης είναι διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (34%)....η παραοικονομία είναι το σύνολο των αδήλωτων οικονομικών συναλλαγών και ως έννοια δεν ταυτίζεται με τη φοροδιαφυγή... Σύμφωνα με μελέτη της Ernst & Young (2016), στην Ελλάδα, οι ηλεκτρονικές πληρωμές εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύουν μόλις το 6% των συνολικών πληρωμών, ένα από τα μικρότερα ποσοστά στην Ευρώπη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που αγγίζει το 24%. Η τεράστια έμφαση στη χρήση μετρητών είναι συνυφασμένη με την [εκ]τεταμένη παραοικονομία και τη συνακόλουθη φοροδιαφυγή. ... Η περιορισμένη χρήση των ηλεκτρονικών πληρωμών συναρτάται με τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, καθώς ο μεγάλος αριθμός αυτοαπασχολούμενων - μικρών επιχειρήσεων κατατάσσει την Ελλάδα στην πρώτη θέση ανάμεσα σε 32 ευρωπαϊκές χώρες στην κατηγορία αυτή. Τα περιστατικά φοροδιαφυγής των αυτοαπασχολουμένων είναι σαφώς πιο δύσκολο να εντοπιστούν, καθώς τα εισοδήματα από την εργασία τους εμφανίζονται/δηλώνονται μόνον εφόσον εκδοθούν τα αντίστοιχα για την κάθε συναλλαγή παραστατικά στοιχεία, σε σύγκριση ειδικά με τους μισθωτούς, η εργασία των οποίων δηλώνεται από τον εργοδότη τους και υπολογίζεται εύκολα η ακρίβεια των δηλωθέντων εισοδημάτων τους. Εκτιμάται ότι το μέσο δηλωθέν εισόδημα των αυτοαπασχολουμένων στην Ελλάδα πλησιάζει το κατώτατο δυνατό, και σίγουρα είναι κατά πολύ χαμηλότερο από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, συνθήκη που καταδεικνύει ότι ένα μεγάλο μέρος του πραγματικού εισοδήματος παραμένει αδήλωτο... Ενδελεχής μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (2016) επιβεβαιώνει τα παραπάνω ευρήματα ως προς την ελληνική αγορά... υπολογίζεται ότι μια αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών κατά 10% θα μπορούσε να προσθέσει στον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ περίπου 0,2%... Περαιτέρω, η μελέτη του Ι.Ο.Β.Ε. (2015) για την περίπτωση της Ελλάδας, αναδεικνύει τη χρησιμότητα θέσπισης συνδυαστικών μέτρων για την προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών... ο ΙΟΒΕ προτείνει την επιβολή της υποχρεωτικής διάθεσης POS, ειδικά στις επιχειρήσεις-επαγγέλματα των κλάδων που εμφανίζουν μέτριο με αυξημένο κίνδυνο φοροδιαφυγής. Το μέτρο θα μπορούσε να ενισχυθεί με τη θέσπιση προστίμων σε περίπτωση άρνησης αποδοχής ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής στις συναλλαγές από την πλευρά των επιχειρήσεων και την απόδοση, τουλάχιστον μέρους αυτών, στους καταναλωτές που έχουν κάνει την καταγγελία. Σημειώνεται δε ότι ο κλάδος με κωδικό δραστηριότητας 69.10 «Νομικές δραστηριότητες» κατατάσσεται ... στους κλάδους υψηλής επικινδυνότητας για φοροδιαφυγή. Παρομοίως τα ευρήματα της μελέτης των ArtavanisN., MorseA. & TsoutsouraM. (2015), όπως αποτυπώνονται στην πρόσφατη μελέτη της Ernst & Young (2016), ... ο κλάδος παροχής νομικών υπηρεσιών είναι ένας από τους τομείς της αγοράς, στους οποίους ενδεχομένως παρατηρείται μεγαλύτερη φοροδιαφυγή...». Ενόψει αυτών ο νομοθέτης, που είχε ήδη προβλέψει, μεταξύ άλλων, ότι οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων (ή επαγγελματιών) και ιδιωτών άνω των 1.500 ευρώ θα πρέπει να εξοφλούνται μέσω τραπέζης, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγές (βλ. άρθρο 20 παρ. 3 ν. 3842/2010) και ότι για την εξεύρεση του κέρδους από «επιχειρηματική δραστηριότητα» δεν εκπίπτουν δαπάνες αγοράς αγαθών ή λήψης υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ, εφόσον η τμηματική ή ολική εξόφληση δεν έγινε με τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωμής (βλ. άρθρο 23 παρ. 1 β΄ Κ.Φ.Ε. - ν. 4172/2013), με τον ν. 4446/2016: α) Προέβλεψε, επιπλέον, την παροχή φορολογικού κινήτρου στους πολίτες, συνδέοντας την έκπτωση φόρου εισοδήματος (αφορολόγητο) με την πραγματοποίηση ηλεκτρονικών πληρωμών (βλ. άρθρο 68 παρ. 1). Περαιτέρω, για την απλοποίηση των διαδικασιών, προέβλεψε την «αυτόματη παροχή στοιχείων των πραγματοποιηθεισών πληρωμών από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών προς τη Φορολογική Διοίκηση, ξεφεύγοντας από το παλαιό και γραφειοκρατικό καθεστώς συλλογής αποδείξεων και διαφύλαξης αυτών για πιθανό μελλοντικό έλεγχο ..., ενημερώνοντας την ηλεκτρονική μερίδα (TAXISNET) του φορολογουμένου, ώστε να μπορεί να υποβάλλει ηλεκτρονικά τη φορολογική του δήλωση. Με τη χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος επιτυγχάνεται η ηλεκτρονική αποτύπωση της εκάστοτε συναλλαγής, γεγονός που συμβάλλει σημαντικά όχι μόνο στην απλοποίηση των διαδικασιών για τους πολίτες αλλά και στη διενέργεια αποτελεσματικότερου φορολογικού ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές» (σελ. 21 της ανωτέρω έκθεσης απόψεων). β) Θέλοντας να περιορίσει περαιτέρω τη χρήση μετρητών σε συναλλαγές μεγάλης αξίας προέβη στη μείωση του ποσού της προαναφερόμενης διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 20 ν. 3842/2010 από 1.500 ευρώ σε 500 (βλ. άρθρο 69 παρ. 2). γ) Προέβλεψε επίσης, ως επιπλέον κίνητρο για τους πολίτες, τη συμμετοχή σε πρόγραμμα δημόσιων κληρώσεων (λοταρίες). Για τη συμμετοχή αυτή λαμβάνονται υπόψη οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλο ηλεκτρονικό μέσο πληρωμής και οι τυχεροί επιβραβεύονται με χρηματικά (κατά την πρώτη φάση εφαρμογής) ή σε είδος έπαθλα (βλ. άρθρο 70 παρ. 1).

 

17. Επειδή, προβάλλεται ότι η υποχρέωση αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα συνιστά περιορισμό της συμβατικής ελευθερίας, ο οποίος, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εξουσιοδοτικού νόμου, εξυπηρετεί τον δημοσίου συμφέροντος σκοπό καταπολέμησης της απόκρυψης εσόδων, όμως πρόκειται για μέτρο εντελώς απρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, διότι η ύπαρξη του τερματικού δεν οδηγεί και στην υποχρεωτική χρήση αυτού ούτε μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι εκείνων που επιθυμούν να προβούν εν όλω ή εν μέρει σε αδήλωτη συναλλαγή. Κατά τους αιτούντες η κατ' άρθρο 20 παρ. 3 ν. 3842/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 4446/2016, υποχρέωση εξόφλησης με ηλεκτρονικά μέσα (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, ηλεκτρονική τραπεζική) των φορολογικών στοιχείων αξίας 500 ευρώ και άνω υπερκαλύπτει την υποχρέωση εγκατάστασης τερματικών αποδοχής πληρωμών με κάρτα. Επίσης, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, τεχνικώς δεν δύναται να καταστεί εφικτή η χρήση του τερματικού εκτός γραφείου για υπηρεσίες που παρέχονται εκτός της έδρας του δικηγόρου. Περαιτέρω, το επιβαλλόμενο μέτρο δεν είναι αναγκαίο, καθώς θα μπορούσε να θεσπιστεί η προαιρετική αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα, με ταυτόχρονη παροχή ιδιαίτερων οικονομικών, φορολογικών ή άλλων κινήτρων σε όσους επιλέγουν την τοποθέτησή των τερματικών ή να παραμείνει η υποχρέωση του άρθρου 66 παρ. 1 του ν. 4446/2016 προς προηγούμενη ενημέρωση του εντολέα για το αν ο δικηγόρος αποδέχεται τα μέσα πληρωμής του ν. 4446/2016. Κατά τους αιτούντες η σύναψη πολυετών συμβάσεων με τραπεζικά ιδρύματα συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση για το άνοιγμα λογαριασμών όψεως, για την προμήθεια και συντήρηση των μηχανημάτων καθώς και για προμήθεια ανά συναλλαγή, επιβαρύνσεις ιδιαίτερα μεγάλες σε σχέση με την ελάχιστη χρήση από τους δικηγόρους που έχουν ελάχιστη ή μηδενική δραστηριότητα. Ωστόσο ο νομοθέτης δεν προέβλεψε κριτήρια σχετικά με την οικονομική δραστηριότητα και τον κύκλο εργασιών των υπόχρεων εγκατάστασης των τερματικών.

 

18. Επειδή, κατά τα προεκτεθέντα, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του ν. 4446/2016 αποσκοπεί στην καθιέρωση σταδιακά των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε όλο το εύρος της οικονομίας και επομένως ως “υπόχρεοι συμμόρφωσης των κύριων ΚΑΔ” νοούνται όλοι οι δικαιούχοι πληρωμής, οι οποίοι, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με φυσικά πρόσωπα που ενεργούν για λόγους μη εμπίπτοντες στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα υποχρεούνται εντός ορισμένης προθεσμίας να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα, η δε οικονομική επιβάρυνση που προκαλείται από την αγορά και λειτουργία τερματικών μηχανημάτων P.O.S. [Pointofsale. Με τον όρο αυτό νοείται η τερματική συσκευή, μέσω της οποίας πραγματοποιούνται πληρωμές για αγορά προϊόντων ή καταβολή αμοιβής για παροχή υπηρεσιών με πιστωτική ή χρεωστική κάρτα.] ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί υπέρμετρο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων που θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος καθιστώντας αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2566/2015). Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι επίμαχες διατάξεις του ν. 4446/2016 έχουν τεθεί προς πάταξη της φοροδιαφυγής και αύξηση των δημοσίων εσόδων, ο σκοπός δε αυτός επιδιώκεται με την ώθηση των συναλλασσομένων για την πραγματοποίηση πληρωμών με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων για συναλλαγές κάτω των πεντακοσίων ευρώ, προς τούτο δε παρέχονται κίνητρα όπως το “χτίσιμο” του αφορολόγητου και το πρόγραμμα των δημοσίων κληρώσεων. Η προβλεπόμενη δε στο άρθρο 69 παρ. 2 του ν. 4446/2016 αμφιμερώς υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής για συναλλαγές άνω των πεντακοσίων ευρώ δεν αποτελεί εναλλακτικό ισοδύναμο μέτρο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, διότι η υποχρεωτική τοποθέτηση τερματικών POS από τους δικαιούχους πληρωμής αποβλέπει στην ενδυνάμωση της “ανιχνευσιμότητας” των πληρωμών για συναλλαγές κάτω των πεντακοσίων ευρώ με σκοπό την πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Με τα δεδομένα αυτά το επίδικο μέτρο της επιβολής στους δικαιούχους πληρωμής, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, υποχρεωτικής τοποθέτησης τερματικού POS προς αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής, τελεί σε συνάφεια με το αντικείμενο της ρύθμισης και τον επιδιωκόμενο με αυτήν σκοπό πάταξης της φοροδιαφυγής και αύξησης των δημοσίων εσόδων, χωρίς να παρίσταται, και δη προδήλως, απρόσφορο, περιττό ή δυσανάλογο, ώστε να καθιστά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερή την άσκηση των οικείων οικονομικών δραστηριοτήτων, δεδομένου ότι όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας ενός μέτρου ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης (ΣτΕ Ολομ. 3962/2014). Ως εκ τούτου τα περί τα αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, κατά το μέρος δε που πλήσσουν τη σκοπιμότητα της επιλογής του συγκεκριμένου μέτρου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα διότι εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου. Απορριπτέος είναι, τέλος, και ο ειδικότερος ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο δεν είναι τεχνικώς εφικτή η χρήση του τερματικού εκτός γραφείου για υπηρεσίες που παρέχονται εκτός της έδρας του δικηγόρου, διότι, όπως βεβαιώνεται στις απόψεις της Διοίκησης (έγγραφο του Υπουργού Ανάπτυξης και της Υφυπουργού Οικονομικών με αριθμ. πρωτ. 82908/25.7.2017 προς το Συμβούλιο της Επικρατείας), υφίστανται στην ελληνική αγορά τερματικά αποδοχής καρτών τύπου POS με δυνατότητα ασύρματης λειτουργίας μέσω δικτύων κινητών επικοινωνιών, ενώ παράλληλα η δυνατότητα χρήσης ηλεκτρονικών εφαρμογών, εφαρμογών επί κινητού και η δυνατότητα τηλεφωνικών κλήσεων για τη χρέωση καρτών δεν προκαλούν κανένα τεχνικό χωρικό περιορισμό ως προς τη χρήση της δυνατότητας αποδοχής καρτών.

 

19. Επειδή, στο άρθρο 127 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 105 της ΣΕΚ) ορίζονται τα εξής: «1. Πρωταρχικός στόχος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, εφεξής καλούμενου «ΕΣΚΤ», είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Με την επιφύλαξη του στόχου της σταθερότητας των τιμών, το ΕΣΚΤ στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Ένωση, προκειμένου να συμβάλει στην υλοποίηση των στόχων της Ένωσης, που ορίζονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ΕΣΚΤ ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων, και σύμφωνα με τις αρχές που εξαγγέλλονται στο άρθρο 119. 2. Τα βασικά καθήκοντα του ΕΣΚΤ είναι: - να χαράζει και να εφαρμόζει τη νομισματική πολιτική της Ένωσης, - να διενεργεί πράξεις συναλλάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 219, - να κατέχει και να διαχειρίζεται τα επίσημα συναλλαγματικά διαθέσιμα των κρατών μελών, - να προωθεί την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών. 3. Η τρίτη περίπτωση της παραγράφου 2 δεν θίγει την εκ μέρους των κυβερνήσεων των κρατών μελών κατοχή και διαχείριση τρεχόντων ταμειακών υπολοίπων σε συνάλλαγμα. 4. Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ζητείται: - για κάθε προτεινόμενη πράξη της Ένωσης που εμπίπτει στο πεδίο της αρμοδιότητάς της, - από τις εθνικές αρχές για κάθε σχέδιο νομοθετικής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο της αρμοδιότητάς της, εντός όμως των ορίων και υπό τους όρους που ορίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 129, παράγραφος 4....». Περαιτέρω, στο άρθρο 282 παρ. 5 της ΣΛΕΕ ορίζεται ότι: «5. Στους τομείς που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, ζητείται η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για κάθε σχέδιο πράξης της Ένωσης, καθώς και για κάθε σχέδιο εθνικής κανονιστικής διάταξης. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί επίσης να γνωμοδοτεί». Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 1 της Απόφασης 98/415/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998, σχετικά με τη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με τις εθνικές αρχές για τα σχέδια νομοθετικών διατάξεων, ορίζεται ότι «1. Οι αρχές των κρατών μελών ζητούν τη γνώμη της ΕΚΤ για κάθε σχέδιο νομοθετικής διάταξης που εμπίπτει στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με τη συνθήκη, ιδίως όσον αφορά: νομισματικά θέματα, μέσα πληρωμής, ... , τα συστήματα συμψηφισμού και πληρωμών, ... ».

 

20. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΔΕΕ απόφαση OLAF της 10ης Ιουλίου 2003, υπόθεση C-11/00, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) σε σχέση με το άρθρο 127 παρ. 4 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 105 ΣΕΚ) η υποχρέωση που προβλέπει η διάταξη αυτή, περί διαβούλευσης των εθνικών αρχών με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οσάκις επίκειται η έκδοση πράξης που εμπίπτει στο πεδίο της αρμοδιότητάς της, σκοπεί, κυρίως, να εξασφαλίσει ότι ο συντάκτης της πράξης θα την εκδώσει αφού ακούσει τον οργανισμό ο οποίος, λόγω των ειδικών αρμοδιοτήτων που ασκεί στο κοινοτικό πλαίσιο και στον συγκεκριμένο τομέα και λόγω του υψηλού βαθμού ειδίκευσης που τον χαρακτηρίζει, είναι σε θέση να συμβάλει επωφελώς στην προτεινόμενη διαδικασία έκδοσης της πράξης.

 

21. Επειδή, προβάλλεται ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4446/2016 και ιδίως από την αιτιολογική έκθεση δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η ειδική διαδικασία διατύπωσης γνώμης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην 98/415/ΕΚ Απόφαση του Συμβουλίου, κατά τη θέσπιση των διατάξεων του ν. 4446/2016 με τις οποίες καθίσταται υποχρεωτική για τους δικαιούχους πληρωμής, μεταξύ των οποίων οι δικηγόροι, η αποδοχή μέσων πληρωμής με κάρτα στις συναλλαγές με τους καταναλωτές.

 

22. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατύπωσε την από 30 Απριλίου 2010 γνώμη της κατά τη διαδικασία θέσπισης της παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 3842/2010, με την οποία θεσπίσθηκε το πρώτον η υποχρέωση προς εξόφληση φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας χιλίων πεντακοσίων ευρώ, που εκδίδονται από επιτηδευματίες, για πώληση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, αποκλειστικά μέσω τράπεζας, με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες του αγοραστή των αγαθών ή λήπτη των υπηρεσιών ή μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με επιταγές, αποκλειομένης της εξόφλησης των στοιχείων αυτών με μετρητά. Στην ως άνω γνώμη αναφέρεται ότι το σχέδιο νόμου αποσκοπεί στη σταδιακή εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης και ότι το άρθρο 20 εισάγει συγκεκριμένους περιορισμούς ως προς τις πληρωμές με τη χρήση μετρητών, προκρίνοντας άλλα μέσα πληρωμών προκειμένου να διασφαλίζεται η γνησιότητα των σχετικών συναλλαγών και να καθίσταται δυνατή η διενέργεια άμεσων διασταυρώσεων των εν λόγω συναλλαγών και ότι η απαγόρευση πληρωμών ορισμένης αξίας με χρήση μετρητών δεν επηρεάζει την ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων και συνάδει με το ενωσιακό δίκαιο. Περαιτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης και των εξουσιοδοτικών αυτής διατάξεων θεσπίστηκαν στα πλαίσιο υλοποίησης των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν με τη «Συμφωνία δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων - Μνημόνιο Συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας», που κυρώθηκε με την παράγραφο Γ του άρθρου 3 του ν. 4336/2015 (ΕτΚ Α΄, φ. 94). Στο κεφάλαιο 1 του ως άνω Μνημονίου αναφέρεται ότι: «Η Ελλάδα ζήτησε στήριξη από τους Ευρωπαίους εταίρους της προκειμένου να αποκαταστήσει τη βιώσιμη ανάπτυξη, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να αντιμετωπίσει τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τη δική της και της ευρωζώνης. Το παρόν Μνημόνιο Συνεννόησης (ΜΣ) έχει συνταχθεί κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε στις 8 Ιουλίου 2015 από την Ελληνική Δημοκρατία στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) για τη χορήγηση στήριξης σταθερότητας με τη μορφή δανείου τριετούς περιόδου διαθεσιμότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 της συνθήκης του ΕΜΣ, στο παρόν Μνημόνιο εξειδικεύονται λεπτομερώς οι όροι που συνδέονται με τη διευκόλυνση χρηματοδοτικής συνδρομής η οποία καλύπτει την περίοδο 2015-2018. Οι όροι θα επικαιροποιούνται σε τριμηνιαία βάση, λαμβανομένης υπόψη της επιτευχθείσας προόδου όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις κατά το προηγούμενο τρίμηνο. Σε κάθε επανεξέταση, θα εξειδικεύονται πλήρως, με λεπτομέρειες και χρονοδιαγράμματα, τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τα λοιπά μέσα για την επίτευξη αυτών των ευρύτερων στόχων που παρατίθενται στο παρόν έγγραφο. Για την επιτυχία απαιτείται ο ενστερνισμός του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από τις ελληνικές αρχές. Επομένως, η κυβέρνηση είναι έτοιμη να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ενδέχεται να κριθούν κατάλληλα για το σκοπό αυτόν, καθώς οι περιστάσεις μεταβάλλονται. Η κυβέρνηση δεσμεύεται να διαβουλεύεται και να συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για όλες τις ενέργειες που αφορούν την επίτευξη των στόχων του Μνημονίου Συνεννόησης, πριν από την οριστικοποίηση και τη νομική έγκρισή τους. ...». Στο Κεφάλαιο 2.3 «Μεταρρυθμίσεις της φορολογικής διοίκησης» του Μνημονίου αναφέρεται ότι: «Επιπλέον, οι αρχές, χρησιμοποιώντας τεχνική βοήθεια: i. θα ενισχύσουν τη συμμόρφωση. Έως τον Οκτώβριο του 2015, η κυβέρνηση: α) θα εγκρίνει ολοκληρωμένο σχέδιο για την αύξηση της φορολογικής συμμόρφωσης· β) θα επεξεργαστεί, με την Τράπεζα της Ελλάδος και τον ιδιωτικό τομέα, κοστολογημένο σχέδιο για την προώθηση και τη διευκόλυνση της χρήσης ηλεκτρονικών πληρωμών και τη μείωση της χρήσης μετρητών, με εφαρμογή που θα αρχίζει από τον Μάρτιο του 2016· γ) ...». Όπως βεβαιώνεται στα έγγραφα απόψεων της Διοίκησης ΥΦ.ΟΙΚ.00702 ΕΞ 2017 ΕΜΠ/6.10.2017 και ΥΦ.ΟΙΚ.00121 ΕΞ 2018 ΕΜΠ/6.3.2018 προς το Συμβούλιο της Επικρατείας και προκύπτει από τα συνημμένα έγγραφα, ο ν. 4446/2016 αποτέλεσε βασική υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων στις οποίες συμμετείχε και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με εκπροσώπους της, οπότε είχε λάβει γνώση για το σύνολο των προωθούμενων διατάξεων και είχαν ληφθεί υπόψη σχόλια και παρατηρήσεις της για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ειδικότερα, η διάταξη για την καθιέρωση της δυνατότητας πληρωμής με κάρτα, με αντίστοιχη υποχρέωση αποδοχής της, είχε αποτελέσει αντικείμενο διαβούλευσης στο πλαίσιο μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής, όπως προκύπτει από την έκθεση διαβούλευσης μεταξύ των “Θεσμών”, στους οποίους συγκαταλέγεται και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και της Ελλάδας. Στη σελίδα 5 της εν λόγω έκθεσης αναφέρεται: “Ως προαπαιτούμενα οι αρχές: i....ii. Θα ψηφίσουν νομοθεσία για την προώθηση και διευκόλυνση της χρήσης των ηλεκτρονικών πληρωμών. Η νομοθεσία αυτή θα περιλαμβάνει χρονική προθεσμία για την υποχρέωση εγκατάστασης συστημάτων πληρωμών στα σημεία πώλησης ... για κάθε κατηγορία επαγγελματιών ... με στόχο την επίτευξη ποσοστού 80% σε εξοπλισμό POS για την πρώτη κατηγορία επαγγελματιών έως τον Ιούνιο του 2017. Για την περαιτέρω βελτίωση της συμμόρφωσης, η κυβέρνηση θα συνεχίσει την υλοποίηση του σχεδίου δράσης για την προώθηση και διευκόλυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών (τόσο μέσω τραπέζης όσο και μέσω καρτών) και για τη μείωση της χρήσης μετρητών και επιταγών, ενώ θα υποβάλλει τακτικές εκθέσεις προς τους θεσμούς σχετικά με την πορεία υλοποίησης του σχεδίου ...”. Περαιτέρω, στην “Αναφορά συμμόρφωσης στο τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής για την Ελλάδα” αναφέρεται: “Ψήφιση νομοθεσίας για την προώθηση και διευκόλυνση της χρήσης ηλεκτρονικών πληρωμών. Ο νόμος ψηφίστηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2016 (ν. 4446/2016 άρθρα 62 έως 74, ΦΕΚ 240/22.12.2016)”. Με τα δεδομένα αυτά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συμμετείχε στη διαδικασία διαβούλευσης για τη θέσπιση του επίδικου μέτρου, στο πλαίσιο του ως άνω Μνημονίου, και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

 

23. Επειδή, το άρθρο 80 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει: «Νόμος ορίζει τα σχετικά με την κοπή ή την έκδοση νομίσματος». Στο άρθρο 1 του ν. 2842/2000 «Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, 974/98 και 2866/98 του Συμβουλίου, όπως ισχύουν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ» (ΕτΚ Α´, φ. 207) ορίζεται ότι: «1. Από την 1η Ιανουαρίου 2001 το ευρώ αντικαθιστά τη δραχμή ως νόμισμα της Χώρας σύμφωνα με τους όρους των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, (ΕΕ L 162/97), 974/98, (ΕΕ L 139/98), 2866/98 (ΕΕ L 359/98) του Συμβουλίου, όπως ισχύουν και τις διατάξεις του παρόντος. ... 2. Το ευρώ ως μέσο εξόφλησης υποχρεώσεων λαμβάνεται πάντοτε στην ονομαστική του αξία.». Με το άρθρο 5 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου καταργήθηκε ο α.ν. 362/1945 [(ΕτΚ Α´, φ. 138), κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου «Η νομισματική μονάς εν Ελλάδι είναι η δραχμή»]. Εξάλλου, στο άρθρο 128 παρ. 1 της ΣΛΕΕ (πρώην 106 ΣΕΚ) ορίζεται ότι: «1. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει την έκδοση τραπεζογραμματίων σε ευρώ μέσα στην Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν να εκδίδουν τέτοια τραπεζογραμμάτια. Τα τραπεζογραμμάτια που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες είναι τα μόνα τραπεζογραμμάτια που αποτελούν νόμιμο χρήμα μέσα στην Ένωση.». Στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΚ) 974/98 του Συμβουλίου ορίζεται ότι: «Από 1ης Ιανουαρίου 2002, η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες των συμμετεχόντων κρατών μελών θέτουν σε κυκλοφορία τραπεζογραμμάτια σε ευρώ. Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, τα τραπεζογραμμάτια αυτά είναι τα μόνα που έχουν την ιδιότητα νομίμου χρήματος σε όλα τα εν λόγω κράτη μέλη.». Στην αιτιολογική σκέψη 19 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι: «Οι περιορισμοί που θεσπίζουν για λόγους δημοσίας τάξεως τα κράτη μέλη ως προς τις πληρωμές σε κέρματα και χαρτονομίσματα δεν αντιβαίνουν στην ιδιότητα νομίμου χρήματος των εκφρασμένων σε ευρώ χαρτονομισμάτων και κερμάτων, εφόσον υπάρχουν άλλα νόμιμα μέσα για το διακανονισμό των νομισματικών οφειλών.». Στο άρθρο 4 του ν. 3862/2010 (ΕτΚ Α´, φ. 113) ορίζονται ως «πράξη πληρωμής», η ενέργεια, στην οποία προβαίνει ο πληρωτής ή ο δικαιούχος και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου (περίπτ. 5) και ως «χρηματικά ποσά», χαρτονομίσματα και κέρματα, λογιστικό και ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια της παραγράφου 20 του άρθρου 2 του v. 3601/2007 (περίπτ. 15). Περαιτέρω, στο άρθρο 62 του ν. 4446/2016 ορίζονται ως «ηλεκτρονικό χρήμα», οποιαδήποτε αποθηκευμένη - σε ηλεκτρονικό και μαγνητικό υπόθεμα - νομισματική αξία αντιπροσωπευόμενη από απαίτηση έναντι του εκδότη ηλεκτρονικού χρήματος, η οποία έχει εκδοθεί κατόπιν παραλαβής χρηματικού ποσού για τον σκοπό της πραγματοποίησης πράξεων πληρωμής και η οποία καθίσταται αποδεκτή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πέραν του εκδότη, σύμφωνα με την περίπτωση 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α΄ 218) (περίπτ. ιγ΄), ως «μέσο πληρωμών», κάθε εξατομικευμένος μηχανισμός ή/και σειρά διαδικασιών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και τα οποία χρησιμοποιεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προκειμένου να κινήσει εντολή πληρωμής, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3862/2010 (περίπτ. ιδ΄) και ως «μέσο πληρωμής με κάρτα», οποιοδήποτε μέσο πληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της κάρτας (πιστωτικής, χρεωστικής, προπληρωμένης), κινητού τηλεφώνου, ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλης τεχνολογικής συσκευής που περιλαμβάνει την κατάλληλη εφαρμογή πληρωμής διά της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στον πληρωτή να κινήσει πράξη πληρωμής με κάρτα (πιστωτική, χρεωστική, προπληρωμένη), η οποία δεν αποτελεί μεταφορά πίστωσης ή άμεση χρέωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 260/2012 (περίπτ. ιε΄).

 

24. Επειδή, προβάλλεται ότι η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 του ν. 4446/2016 αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 2 του Συντάγματος, των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/07 και 974/98, καθώς και στις διατάξεις των “αυξημένης τυπικής ισχύος α.ν. 362/1945 και ν. 2842/2001”. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, από 1.1.2001 το εθνικό νόμισμα της χώρας είναι το ευρώ, το μόνο δε νόμιμο μέσο πληρωμής είναι τα τραπεζογραμμάτια του ευρώ. Κατά τους αιτούντες, δεν επιτρέπεται σε κανέναν εντός της χώρας να αξιώνει συναλλαγή σε άλλο νόμισμα εκτός του ευρώ ή να αρνείται συναλλαγή σε ευρώ, κάθε δε απαίτηση εκφράζεται και εξοφλείται αποκλειστικά με τη χρήση τραπεζογραμματίων του ευρώ, όμως με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 περ. ε´ του ν. 4446/2016, προβλέπονται κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα από τους δικαιούχους, περαιτέρω δε με το άρθρο 69 παρ. 2 εδ. β´ του ν. 4446/2016 τροποποιείται το άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 3842/2010 και απαγορεύονται συναλλαγές με τη χρήση μετρητών συνολικής αξίας άνω των πεντακοσίων ευρώ. Με τον τρόπο αυτό, διά του εξουσιοδοτικού νόμου τίθενται εκτός συναλλαγής, κατά τους αιτούντες, τα μόνα νόμιμα, κατά τα ανωτέρω, μέσα πληρωμής στη χώρα.

 

25. Επειδή, ο λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που πλήσσει την προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση και δι' αυτής την εξουσιοδοτική ρύθμιση του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η καθιέρωση του ευρώ ως νομίσματος της χώρας δεν αποκλείει κατ' αρχήν τη θέσπιση περιορισμών ως προς τις πληρωμές με μετρητά, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί αποβλέπουν σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η πάταξη της φοροδιαφυγής, και τα χρησιμοποιούμενα αντί μετρητών μέσα πληρωμής έχουν ως βάση το ευρώ. Ο ίδιος λόγος ακυρώσεως, κατά το μέρος που αφορά το άρθρο 69 παρ. 2 εδ. β΄ του ν. 4446/2016, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν πλήσσει ρύθμιση της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, της οποίας άλλωστε η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί εξουσιοδοτικό έρεισμα, αλλά στρέφεται ευθέως κατά διάταξης τυπικού νόμου που ρυθμίζει το διαφορετικό ζήτημα της υποχρεωτικής χρήσης μέσων πληρωμής με κάρτα ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής για την εξόφληση φορολογικών στοιχείων συνολικής αξίας άνω των πεντακοσίων ευρώ.

 

26. Επειδή, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι δικηγόρος με κύκλο εργασιών μικρότερο από 1.450 ευρώ τον μήνα, που αντιστοιχεί σε 12 γραμμάτια προείσπραξης για δίκες μονομελούς πρωτοδικείου, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις του (πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα λίγο πάνω από το ήμισυ του ορίου της φτώχειας). Κατά τους αιτούντες, το έτος 2016 το 34,37% των μελών του πρώτου αιτούντος Συλλόγου και το 47,02% του δευτέρου αιτούντος Συλλόγου είχαν λιγότερες από 10 παραστάσεις, για τη μεγάλη δε αυτή κατηγορία δικηγόρων η, διά της προσβαλλόμενης απόφασης, επιβαλλόμενη υποχρέωση αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα σε συνδυασμό με τη μη πρόβλεψη ακατάσχετου επαγγελματικού λογαριασμού (και την ανυπαρξία πτωχευτικής ικανότητας του δικηγόρου) και τις αναμενόμενες κατασχέσεις των μέσω κάρτας εξοφλούμενων ποσών αμοιβών τους (δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών) εξαιτίας των, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των δικηγόρων αυτών, τους στερεί εν τοις πράγμασι αφενός τη δυνατότητα προϋπολογισμού εσόδων-εξόδων και ελέγχου των ταμειακών τους ροών και αφετέρου, καθολικά, την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα και άρα την απόλαυση ενός ελάχιστου εισοδήματος, αναγκαίου κατά την κοινή πείρα και λογική για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 106 παρ. 1, 22 παρ. 1 (στέρηση του απολύτως αναγκαίου κεφαλαίου κίνησης που κέρδισαν με την εργασία τους) και 25 παρ. 1 εδ. α΄, 2 και 4 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 9, 12, 145 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος προεχόντως διότι στηρίζεται στην παράθεση οικονομικών και επαγγελματικών στοιχείων που εμφανίζονται να αφορούν αδιακρίτως το σύνολο των δικηγόρων, λαμβάνοντας υπόψη, για τον προσδιορισμό του ύψους του εισοδήματός τους, μόνο τις παρεχόμενες νομικές υπηρεσίες για τις οποίες εκδίδονται γραμμάτια προείσπραξης και θεωρώντας ότι είναι ενδεχόμενο, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, να επιβληθούν κατασχέσεις των μέσω κάρτας εξοφλούμενων ποσών των αμοιβών τους.

 

27. Επειδή, κατά τα προβαλλόμενα στο δικόγραφο προσθέτων λόγων, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 4370/2016 το εγγυημένο ποσό καταθέσεων ανά καταθέτη ανέρχεται σε 100.000 ευρώ στο δε σύστημα εγγύησης καταθέσεων συμμετέχουν οι τέσσερις «συστημικές» τράπεζες, με συνέπεια οι ρυθμίσεις της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης να αποκλείουν τη δυνατότητα στους δικηγόρους που έχουν καταθέσεις άνω των 400.000 ευρώ να συναλλάσσονται αποκλειστικώς με μετρητά, ενώ δεν παρέχουν την ευχέρεια στο δικηγόρο να σταματά τις συναλλαγές με μέσα πληρωμής με κάρτα αμέσως μόλις οι συνολικές του καταθέσεις ανέλθουν στο ποσό των 400.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως προεχόντως είναι απορριπτέος ως προς μεν τους αιτούντες Δικηγορικούς Συλλόγους διότι επικαλούνται επέμβαση όχι σε δικά τους περιουσιακά δικαιώματα αλλά σε περιουσιακά δικαιώματα φυσικών προσώπων, ως προς δε τους λοιπούς αιτούντες διότι δεν προσκομίζονται συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει το συνολικό ύψος των καταθέσεων τους.

 

28. Επειδή, κατά τα παγίως κριθέντα, το δικηγορικό επάγγελμα αποτελεί μεν ελευθέριο επάγγελμα, έχει όμως και χαρακτήρα δημόσιου λειτουργήματος, που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης, δοθέντος άλλωστε ότι οι δικηγόροι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), θεωρούνται συλλειτουργοί της (βλ. Σ.τ.Ε. 1466/2016 Ολομ., 3154/2014 7μ.). Τούτου όμως δεν παρέπεται ότι κωλύεται η θέσπιση από τον νομοθέτη περιορισμών σ' αυτό (πρβλ. ενδεικτικώς ΣτΕ 2527/2013 Ολομ.) ή ότι ο δικηγόρος δύναται, κατ' επίκληση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση υποχρεώσεων που θεσπίζονται για όλους τους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα και αποβλέπουν στη θεραπεία σκοπού δημοσίου συμφέροντος, όπως είναι η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

 

29. Επειδή, η θεσπιζόμενη με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως μέτρο που μπορεί να συμβάλει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, υποχρέωση των δικηγόρων (όπως και των άλλων ελευθέρων επαγγελματιών) να αποδέχονται πληρωμή με κάρτα για συναλλαγές αξίας κατώτερης των πεντακοσίων ευρώ δεν προσδίδει σ' αυτούς την ιδιότητα του εμπόρου ούτε αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν τη δικαστική εξουσία και προβλέπουν τη συμμετοχή δικηγόρων σε ειδικά δικαστήρια (στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και στο Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας), εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα του επαγγέλματός τους ως δημόσιου λειτουργήματος, εξακολουθεί, πάντως, παραλλήλως να είναι και ελευθέριο επάγγελμα. Με τα δεδομένα αυτά αβασίμως προβάλλεται ότι διά της υποχρεωτικής υπαγωγής των δικηγόρων στις διατάξεις περί υποχρεωτικής αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα, που με τη σειρά τους απαιτούν την τήρηση εμπορικού τραπεζικού λογαριασμού όψεως, ο οποίος χρησιμοποιείται από τους καταθέτες για άμεση αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών εκδίδοντας τραπεζικές επιταγές, ο δικηγόρος εξαναγκάζεται σε πράξεις και συναλλαγές οι οποίες είναι από τη φύση τους εμπορικές και προϋποθέτουν σειρά διαδικασιών που προσιδιάζουν σε έμπορο, κατά παράβαση των άρθρων 88 παρ. 2, 99 παρ. 1 και 87 Συντ. και 1, 2 και 7 δ΄ ν. 4194/2013, όπως ισχύει.

 

30. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

 

Απορρίπτει την αίτηση. Και

 

Επιβάλλει στους αιτούντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου, 25 Απριλίου και 3 Μαΐου 2018

 

Η Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος

 

Ε. Σάρπ Ι. Μητροτάσιος

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 2018.

 

Η Πρόεδρος του Β´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας

 

Ε. Σάρπ Α. Ζυγουρίτσα